κοιτάζω


κοιτάζω
[кигазо] р. смотреть. кокоЛ^)][/*]кокаини][/*] ουσ. Θ. кокаин

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κοιτάζω" в других словарях:

  • κοιτάζω — put to bed pres subj act 1st sg κοιτάζω put to bed pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοιτάζω — κοιτάζω, κοίταξα βλ. πίν. 23 και πρβλ. κοιτάω / κοιτώ …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κοιτάζω — και κοιτώ, άω (AM κοιτάζω) νεοελλ. 1. εξετάζω ιατρικά (α. «πρέπει να κοιτάξω τα μάτια μου» β. «έχει συνεχώς πονοκεφάλους, γι αυτό πρέπει να πάει να κοιταχτεί») 2. φρ. α) «να κοιτάς τη δουλειά σου» να μην ασχολείσαι με το τί κάνουν οι άλλοι β)… …   Dictionary of Greek

  • κοιτάζω — κοίταξα, κοιτάχτηκα, κοιταγμένος 1. στρέφω το βλέμμα σε κάτι ή κάποιον, βλέπω, τηρώ: Κοιτάζω την όμορφη γυναίκα. 2. προσέχω, φροντίζω: Κοιτάζει τους γονείς του. 3. εξετάζω άρρωστο: Ο γιατρός κοίταξε τον άρρωστο, αλλά δεν του βρήκε τίποτα. 4. το… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κοιτάζῃ — κοιτάζω put to bed pres subj mp 2nd sg κοιτάζω put to bed pres ind mp 2nd sg κοιτάζω put to bed pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοιτάξω — κοιτάζω put to bed aor subj act 1st sg κοιτάζω put to bed fut ind act 1st sg κοιτάζω put to bed aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοιταζομένων — κοιτάζω put to bed pres part mp fem gen pl κοιτάζω put to bed pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοιταζόμενον — κοιτάζω put to bed pres part mp masc acc sg κοιτάζω put to bed pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοιταζόντων — κοιτάζω put to bed pres part act masc/neut gen pl κοιτάζω put to bed pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοιτάζει — κοιτάζω put to bed pres ind mp 2nd sg κοιτάζω put to bed pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)